ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟ ΚΟΛΠΟ

Απόδραση στο όνειρο με SYM ADX 125

 

Του Κωνσταντίνου Μητσάκη


Όχι, δεν ήταν μια απόδραση σε μέρη μακρινά και ονειρεμένα, με αμμουδερές παραλίες, γαλοζοπράσινα νερά και πλούσια βλάστηση. Κι όμως, οι εικόνες που συνέλεξα καθοδόν οδηγώντας ένα ατίθασο scooter SYM ADX 125 βρίσκονταν μόλις 60–80 χλμ. μακριά από το κλεινόν άστυ της Αθήνας και ελάχιστα διέφεραν από τις αντίστοιχες των τουριστικών οδηγών που αναφέρονται στους παραπάνω εξωτικούς προορισμούς.

Συνιστώντας έναν εκρηκτικό συνδυασμό από ψιλή άμμο και βράχια, πεύκα, τιρκουάζ νερά, βοτσαλωτές παραλίες και κρυφές απάνεμες γωνιές αφημένες στην αγκαλιά της θάλασσας, οι φυσικές καλλονές των παραθαλάσσιων τοπίων του Κορινθιακού κόλπου αποπλάνησαν –όπως ήταν αναμενόμενο– σαν μαγευτικές σειρήνες τις αισθήσεις μου. Με το adventure toy SYM ADX 125 να μεταμορφώνεται (όπου χρειαζόταν) σ’ ένα μικρό off-road animal και την αύρα του Κορινθιακού κόλπου να χαϊδεύει διαρκώς το πρόσωπό μου, βίωσα ένα αναζωογονητικό ταξίδι γαλαζοπράσινης ομορφιάς και “έντυσα” με εικόνες ζωηρές, πραγματικές, έναν προορισμό που τον είχα σχηματίσει μόνο στη φαντασία μου.

Η προτεινόμενη διαδρομή “έτρεχε” κατά μήκος της βορειοανατολικής κορινθιακής ακτογραμμής. Είχε ως αφετηρία το κοσμοπολίτικο Λουτράκι, ενδιάμεσες στάσεις τη λίμνη Βουλιαγμένης (ή Ηραίου), τον αρχαιολογικό χώρο Ηραίου και τις όμορφες παραλίες Μυλοκοπής, Σκαλωσιάς, Σχοίνου και Μαυρολίμνης, ενώ την καρό σημαία του τερματισμού αντίκρισα στον παραθαλάσσιο οικισμό του Αλεποχωρίου.

Στην αφετηρία

Αφού ήπια τον πρωινό μου καφέ στη παραλία του Λουτρακίου, ξεκίνησα την “χαρτογράφηση” της ποικιλόμορφης διαδρομής μου. Αποχαιρετώντας την κοσμοπολίτικη λουτρόπολη της Κορινθίας, ακολούθησα τις πινακίδες που έδειχναν την κατεύθυνση προς την κωμόπολη Περαχώρα (10 χλμ.) και τη Λίμνη Βουλιαγμένης–Ηραίου (16 χλμ.). Το γαλάζιο, σαγηνευτικό μοτίβο του Κορινθιακού κόλπου και των απέναντι πελοποννησιακών ακτών από ψηλά με συνόδευσε στα πρώτα ανηφορικά χιλιόμετρα της διαδρομής, συνιστώντας μια συναρπαστική εικόνα η οποία γίνεται αρκετά αποκαλυπτική στο ύψος περίπου του εξοχικού κέντρου Πανόραμα. Στο ίδιο αυτό σημείο η δεξιά διακλάδωση του δρόμου οδηγεί στη Μονή του Οσίου Πατάπιου, ένα θρησκευτικό κέντρο που δεσπόζει πάνω από την κορινθιακή λουτρόπολη, εκεί όπου φυλάσσεται το σκήνωμα του οσίου.

Στην είσοδο της Περαχώρας ακολούθησα την αριστερή διχάλα του δρόμου (απέφυγα έτσι την είσοδό μου στην Περαχώρα) και μετά από 6 χλμ. προσέγγισα τα γαλήνια νερά της Λίμνης Βουλιαγμένης. Καθ’ οδόν, αναζήτησα ένα υπερυψωμένο “μπαλκόνι” προκειμένου να απολαύσω μια πανοραμική εικόνα της λιλιπούτιας λίμνης, η οποία, με τα μάτια της φαντασίας μου, μοιάζει με μια γαλάζια κουκίδα που απλωνόταν μέσα σ’ έναν ηφαιστειακό κρατήρα.

Γαλάζια κουκίδα

Η Λίμνη Βουλιαγμένης ή Ηραίου, αποτέλεσμα έντονων γεωλογικών διεργασιών (καθιζήσεων) του μακρινού παρελθόντος, χαρακτηρίζεται από τις σχετικά μικρές της διαστάσεις (2 χλμ. μήκος, 900 μ. πλάτος και 40μ. βάθος.). Μέσω ενός στενού καναλιού μήκους μόλις 8 μ. τα νερά της Λίμνης Βουλιαγμένης επικοινωνούν με τον Κορινθιακό κόλπο, ενώ ο ασφαλτόδρομος που κινείται περιφερειακά της λίμνης διακόπτεται μόνο στο σημείο όπου επικοινωνεί με τη θάλασσα. Γραφικές ψαροταβέρνες, κάποιες λίγες εξοχικές κατοικίες, μικρές βαρκούλες και το γαλανόλευκο ξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου (που είναι κτισμένο κοντά στο σημείο όπου η λίμνη επικοινωνεί με τη θάλασσα) αποτελούσαν τις πολύχρωμες γοητευτικές πινελιές που έδιναν ζωή και χρώμα στο γαλάζιο σεντόνι της λίμνης. Παράλληλα, ένα κατάφυτο πευκοδάσος στεφάνωνε τη γαλάζια αυτή μούσα της κορινθιακής γης, ενώ οι αμμουδερές της όχθες (κυρίως στη βόρεια πλευρά) προσφέρονταν για κολύμπι, αλλά και για ελεύθερη κατασκήνωση.

Μόλις 2 χλμ. μακριά από τις όχθες της λίμνης, στο δυτικό άκρο της χερσονήσου εκεί όπου τελείωνε ο ασφαλτόδρομος, βρισκόταν ο αρχαιολογικός χώρος του Ηραίου. Θεμέλια κατοικιών, υπόγειες υδατοδεξαμενές, οχυρωματικά έργα και το ιερό της Ήρας Ακραίας, είναι τα μνημειακά ευρήματα που ήρθαν στο φως από την σκαπάνη της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής (1930–1933). Αίσθηση, ωστόσο, προκαλεί το υποβλητικό παραθαλάσσιο περιβάλλον στο οποίο βρίσκονταν τα λείψανα της αρχαίας πόλης. Επίσης, από τον χώρο στάθμευσης των οχημάτων, μετά λίγα λεπτά πεζοπορίας προσέγγισα τον φάρο του Ηραίου, απ’ όπου η θέα της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής, αλλά και των παρακείμενων δαντελωτών βραχωδών ακτών ήταν εντυπωσιακή.

Ειδυλλιακές παραλίες

Εκπλήξεων συνέχεια, με τις πανέμορφες παραλίες της βορειοανατολικής κορινθιακής ακτογραμμής (Μυλοκοπή, Σκαλωσιά, Στραβά, Σχοίνος, Μαυρολίμνη) να καρτερούν την άφιξή μου. Έτσι, αφήνοντας πίσω μου την Λίμνη Βουλιαγμένης, στη διασταύρωση που συνάντησα μόλις 3,5 χλμ. από τις όχθες της λίμνης έστριψα αριστερά με προορισμό την παραλία Μυλοκοπής.

Ύστερα από 4 χλμ. υπέροχης πευκόφυτης διαδρομής, ο χωματόδρομος που ξεκινούσε στην αριστερή άκρη του κεντρικού οδικού άξονα κατέληγε μετά από 2 χλμ. στη παραλία της Μυλοκοπής. Δύο μικροί “καλλίγραμμοι” όρμοι που χωρίζονταν από μια στενή λωρίδα γης αποτελούσαν την ειδυλλιακή φυσιογνωμία της Μυλοκοπής. Η κατάσταση του κακοτράχαλου χωματόδρομου (ο οποίος δεν ενδείκνυται για επιβατικά αυτοκίνητα) αποθαρρύνει αρκετούς παραθεριστές να την προσεγγίσουν, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη παραλία να προορίζεται μόνο για λίγους και τυχερούς, καθώς είναι κατάλληλη για ελεύθερη κατασκήνωση και ρομαντικές καλοκαιρινές νύχτες.

Επιστροφή και πάλι στον κεντρικό οδικό άξονα με προορισμό τη Σκαλωσιά, την επόμενη παραλία της διαδρομής. Μετά περίπου 3 χλμ., μια μικρή πινακίδα υποδείκνυε έναν στενό ασφαλτόδρομο που οδηγούσε αριστερά προς τον μικρό οικισμό και την παραλία της Σκαλωσιάς (2 χλμ.). Τα τελευταία μέτρα που κατέληγαν στη μικρή, βοτσαλένια παραλία της Σκαλωσιάς ήταν χωμάτινα και με έντονη κατηφορική κλίση, γεγονός που κάνει απαγορευτική τη διάσχισή τους με επιβατικό αυτοκίνητο. Κανένα όμως πρόβλημα για το ατίθασο SYM ADX 125, που με οδήγησε γρήγορα και απροβλημάτιστα στη γαλάζια αγκαλιά του μικρού κολπίσκου. Φτιαγμένα για δύσκολα τερέν, το σκληροτράχηλης κατασκευής σκούτερ της SYM, δεν πτοήθηκε διόλου από τις δυσκολίες του χωματόδρομου. Παρεμπιπτόντως, στην παραλία της Μυλοκοπής (όπως και στην αντίστοιχη της Σκαλωσιάς) δεν υπάρχει τίποτα απολύτως από πλευράς ύπνου ή φαγητού.

Δασικές διαδρομές

Μετά τη Σκαλωσιά, ο κεντρικός οδικός άξονας συνέχισε την πορεία του ανατολικά προς τον παραθαλάσσιο οικισμό Στραβά (5 χλμ.). Έχοντας απομακρυνθεί αρκετά από την ακτογραμμή, ο οδικός άξονας διέτρεχε την ενδοχώρα, κινούμενος παράλληλα με τους πρόποδες του πευκόφυτου βουνού. Ελιές και πεύκα σ’ έναν ανάμεικτο συνδυασμό αποτελούσαν τον πράσινο μανδύα της τοπικής φύσης, ενώ ο ασφαλτόδρομος, αφού προσπέρασε τη διασταύρωση η οποία οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό Πετριτά (500μ.), προσέγγισε τελικά τα Στραβά, έναν μικρό, άναρχα δομημένος οικισμός.

Η απόσταση των 5 χλμ. που χωρίζουν τα Στραβά από το Σχοίνο ήταν το εντυπωσιακότερο κομμάτι της διαδρομής. Η πανοραμική ενατένιση του απέραντου γαλάζιου και των Αλκυονίδων νήσων είναι πραγματικά ονειρική, ενώ ο δασικός δρόμου, αν και χωμάτινος, ήταν σε άριστη κατάσταση επιτρέποντας τη διέλευση και επιβατικών αυτοκινήτων.

Ο Σχοίνος ήταν ένας πυκνοδομημένος οικισμός που παρουσίαζε τη συνήθη πολεοδομική αταξία, η οποία χαρακτηρίζει τους περισσότερους παραθεριστικούς οικισμούς της χώρας μας. Πάμπολλες ψαροταβέρνες και καφετέριες, ποικίλα καταστήματα, ενοικιαζόμενα δωμάτια, αρκετή κίνηση και φασαρία είναι τα στοιχεία που συνθέτουν τη φυσιογνωμία του Σχοίνου κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Την ίδια περίπου ατμόσφαιρα θα συναντήσει κανείς (το καλοκαίρι φυσικά) και στο Αλεποχώρι, το γνωστό επίνειο των Μεγάρων, που απείχε περίπου 13 χλμ. ανατολικά του Σχοίνου. Καθοδόν πραγματοποίησα μια σύντομη στάση στον παραθαλάσσιο οικισμό Μαυρολίμνη (και συγκεκριμένα στη μικρή μαρίνα), ενώ δυνατό σημείο της διαδρομής Μαυρολίμνης–Αλεποχωρίου αποτελούσε το συνεχές φλερτάρισμα του ασφαλτόδρομου με την βοτσαλένια ακτογραμμή.

Φτάνοντας στο Αλεποχώρι, το παραθαλάσσιο οδοιπορικό μου κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου με το δυναμικό SYM ADX 125 έφτασε στο τέλος του. Για την επιστροφή μου στην Αθήνα επέλεξα τη διαδρομή Αλεποχώρι–Μεγάρα –Αθήνα (μέσω της Π.Ε.Ο Αθηνών–Κορίνθου), ενώ εναλλακτικά θα μπορούσα να επιστρέψω οδηγώντας στη διαδρομή Ψάθα–Βίλια–Μάνδρα–Αθήνα (μέσω της Π.Ε.Ο Αθηνών–Θηβών). Σε καμμιά πάντως περίπτωση δεν θα χρειαζόταν να νοιαστώ για τον ανεφοδιασμό σε καύσιμα, αφού με κατανάλωση γύρω στα 2,6 λίτρα ανά 100 χλμ. είχα αυτονομία που άγγιζε τα 500 χλμ.! Ας πάω λοιπόν την διαδρομή ανάποδα!